1.8.16

ΠΡΟΒΛΗΜΑ






περπατω 
εχοντας στην μια πλευρα του κεφαλιου μου
ενα κλαδι
και στην αλλη ενα πουλι

ωσπου ερχεται και καθεται στον ωμο μου
μια μικροσκοπικη αραχνη
και πεφτω

μπροστα

ενω θα επρεπε να πεσω στο πλάι

αυτο λεει η επιστημη

η επιστημη λεει πως
οταν μια μικροσκοπικη αραχνη
προσγειωνεται στον δεξι ωμο
ανθρωπων οι οποιοι περπατουν
με ενα κλαδι κοντα στο αριστερο ημισφαιριο
του εγκεφαλου
και με ενα πουλι πανω απο το δεξι

τοτε πεφτουν στο πλάι

μα δεν μας λεει ποιο πλάι

αν ημουν δεκα ετων αυτο θα λεγοταν Προβλημα
θα ηταν ισως πιο συμπυκνωμενη η περιγραφη του,
πιο αριθμητικη
και θα υπηρχε σιγουρα μια λυση

ομως δεν ειμαι δεκα ετων 

και πεφτω μπροστα οταν πεφτω.

Οταν αντι για προσωπο
θα εχω ενα πεδίο
με κοκκινες μονοκονδυλιες
και βαθουλωματα

κι οταν θα εχουν εξαφανιστει 
τα εντομα
οι αραχνες 
τα πουλια
εξαιτιας μιας ευχης που εκανα παλια

θα φαω το κατακαθι αυτης της ερημιας 
και θα πεθανω  

οχι απο αυτο, απο κατι αλλο.













31.7.16

εφυγαν ολοι




εφυγαν ολοι 

οπως ειχε απο καιρο προγραμματιστει
ή οπως αποφασιστηκε την τελευταια στιγμη

και οταν επεστρεψαν
βρηκαν τα σπιτια τους χωρις κουρτινες
και κλιματιστικα

ηταν η πολη πια δικη μου και των αστρων


30.4.16

γέροι




εγω ειμαι ηδη ηλικιωμενος
περιμενω να γερασεις κι εσυ
δεν μπορω να σου πω οτι ειναι ωραια
αλλά πιστευω θα ειναι οταν θα ειμαστε μαζι




29.4.16

χελιδονια







θυμαμαι πραγματα απο πριν να γεννηθω 

στο στηθος μου κοχλαζει η απεραντοσυνη,
θελω να την φυσηξω μεσα στον μισχο ενος χαμομηλιου

το κεφαλι μου σπαει γινεται χελιδονια 

το αιμα μου 
το πινουν οι θαμνοι το τρωνε τα ζωα
η βροχη απαραλλαχτη απο συννεφο σε συννεφο, 
απο χωρα σε χωρα

και μυριζει ο κοσμος 
σαν να περασε απο διπλα μας η γη πριν τους ανθρωπους















21.3.16

ενας κυριος





ηρθε απο εδω ενας κυριος χτες το βραδυ

-θελω να σε γαμησω
-οχι εγω θα σε γαμησω

κανεις δεν γαμησε τον αλλο

του ελεγα στο τελος για τα δαχτυλα της μητερας μου



καπως αδικο





ειναι παραξενο
δηλαδη ειναι καπως αδικο
ή μαλλον, υποθετω πως, οπως ολα, ειναι εντελως φυσιολογικο και συνηθισμενο
που, οσο μεγαλωνω, ενω οι αποστασεις μου φαινονται μικροτερες,
οι αντοχες μου λιγοστευουν
κι ετσι μου ειναι παντα το ιδιο δυσκολο να διανυσω-- να διασχισω-- να φτασω-- να κανω, τελος παντων,
οποιαδηποτε διαδρομη

20.3.16

ΣΕΡΒ: ΤΡΑΠ:







Γυρνα εκει που σε θυμαμαι να εισαι




σε παρακαλω, στασου καπου που να ξερω το σημειο --

ακομη και στις ιστοριες που δεν σε συμπεριλαμβανουν εισαι καπου κρυμμενος ή σε βαζω εγω με το μυαλο μου, αλλαζω μεσα μου τις αφηγησεις για να εισαι εκει σε ολες 
κι οταν μιλω για μερη που ειδα χωρις εσενα παντα λεω για εμας και εκεινη την εκδρομη που δεν βγηκαμε φωτογραφιες μαζι ομως σε τραβηξα πολλες σαν να ηξερα ποσο ευκολα ξεχνω και δεν φυλαω μονο δικα σου πραγματα, φυλαω και τα δικα μου, 
ρουχα που απορω πώς φορεσα, τα κρατω γιατι τα φορεσα μπροστα σου, τα εβγαλα μπροστα σου,    το σωβρακο μου στο κεφαλι σου

10.3.16

αορατα ξυλινα τρενα








Και τι με νοιαζει που καποτε καποιος κοιμηθηκε σε εκεινο το κρεβατι, τι το κρατουσα τοσα χρονια σε κομματια, κατω απο το δικο μου.
Το βραδυ εβγαλα εξω μερικες απο τις σανιδες, τις αραδιασα διπλα στον καδο, εμοιαζαν με σιδηροδρομο για αορατα ξυλινα τρενα.
Το στρωμα ηταν βαρυ, για αυτο και το ονομασα απαραιτητο. Ομως δεν μου ηταν. 
Μπορουσα απλως να φυλαξω το σεντονι κι ας ειχε χασει το χρωμα του και καθε μυρωδια.
Πηρα το ψαλιδι κι εκοψα μια λωριδα, να την εχω για μπαλωμα αν καποτε τρυπησει η φωνη μου· θα την φυλαξω στο κουτι με τις κορδελες που δεν εχω χρειαστει ποτέ, οι περισσοτερες ειναι απο μπομπονιερες κι οχι απο δωρα που μου εχουν χαρισει. 
Και το πρωι ξυπνησα νωρις και βγηκα στο μπαλκονι μπας και περασει ο παλιατζης. Ο παλιατζης της γειτονιας μου, φωναζει με την φωνη του, σαν λαχειοπωλης, χωρις κασσετα και ντουντουκα. Ηξερα λοιπον οτι δεν ηταν αυτος οταν ακουσα ενα μεγαφωνο να πλησιαζει. Εκανα νοημα και το κοκκινο αγροτικο με την καταλληλα διαμορφωμενη καροτσα σταματησε μπροστα στην πολυκατοικια. 

-Εχω ενα κρεβατι
-Εχεις σκυλια;

Απο αυτην την ερωτηση και μονο θα μπορουσα να ειχα καταλαβει οτι δεν επρεπε να μπουν αυτοι οι δυο τυποι μεσα στο σπιτι μου. 

«Λειπουν μονο μερικες σανιδες, χαθηκαν» ειπα κι εκεινοι χωρις καθολου να ασχοληθουν με τα μερη του κρεβατιου που τους εδειχνα, μου ζητησαν εικοσι ευρω, για την χωματερη κι οταν αρνηθηκα αρχισαν να επιμενουν και να με κοιτουν απειλητικα, δηλαδη χωρις την παραμικρη προσμονη και αυτο εμένα μου φαινεται απειλητικο, οι ανθρωποι που δεν εχουν προσμονη με τρομαζουν κι οταν αρνηθηκα πολυ αποφασιστικα μου ζητησαν δεκα ευρω κι οταν αρνηθηκα καγχαζοντας φιλικα για να τιθασευσω τον πανικο ο οποιος ευτυχως δεν ειχε ακομη φτασει στα ματια μου, ηταν καπου αναμεσα στα δαχτυλα των ποδιων, μου ζητησαν παπουτσια, σκεφτηκα ειναι μονο εννεα το πρωι, δεν προκειται να με πειραξουν και τους ανοιξα την πορτα να φυγουν, ο ενας πηγε να πιασει τις σανιδες, του ειπα τι κανεις εκει, πώς θα το δωσω χωρις σανιδες, ευχηθηκα να ειχα σκυλο, να ειχα δεκα σκυλια και να τους κατασπαραζαν μπροστα μου αθορυβα, να τους εξαφανιζαν, ακομα και τα κοκκαλα, να εγλειφαν ολο το αιμα απο το πατωμα κι υστερα να βγαιναμε βολτα στον λοφο που ειχε ωραια μερα και να τους εδινα το χαπι που προκαλει εμετο κι οσο θα ξερνουσαν εγω θα κοιτουσα την θέα ζηλευοντας καποιες ταρατσες. Κλειδωσα την πορτα πισω τους και εριξα μια προχειρη ματια γυρω μου. Ο σταυρός ηταν στη θεση του, η κλεψυδρα ηταν στη θεση της, εγω ημουν στη θεση μου. Ενιωσα το σπιτι μου να με κοιταζει αποδοκιμαστικα. 

Βγηκα στο μπαλκονι, ηταν η ωρα που καθε πρωι ο ηλιος περναει για μερικα δευτερολεπτα απο την κοιλια μου και μετα χανεται πισω απο μια πολυκατοικια μεχρι το μεσημερι.








3.3.16

τρια σκυλια



                                                                               photo: tomeyeonthesky


Η καντινα ειναι το πιο φωτεινο πραγμα στην Ιερα Οδο. 
Ισως επειδη ειναι κοκκινη. 
Κι ισως επειδη ειναι Τετάρτη βραδυ και σιγουρα επειδη ειναι ακινητη. 
Πλησιαζω και πριν φτασω καν στα πεντε μετρα, το παιδι με καλησπεριζει. 
Τον χαιρετω και αρχιζω να διαβαζω το μενου που βρισκεται πανω απο το κεφαλι του. 
Πολλες επιλογες. 
Ο,τι κι αν διαλεξω θα χρειαστει μια καποια προσαρμογη. 
Οχι κρεμμυδι ή οχι ντοματα ή οχι πικλες, σιγουρα διπλο λιωμενο τυρι... 
Και ποιο απο ολα τα λουκανικα; 
Ποση διαφορα να υπαρχει αναμεσα σε τεσσερα διαφορετικα ειδη; 
Γιατι μου δινει τοσες επιλογες; 
Νιωθω ασχημα, υποθετω πως ο κοσμος που ερχεται εδω, ανακοινωνει βιαστικα και φωναχτα αυτο που θελει, με πυγμη και σιγουρια, πρεπει λοιπον να κανω πιο γρηγορα. 
Αλλά οχι, δεν πρεπει. 
Εχω δικαιωμα να παρω τον χρονο μου, να διαλεξω αυτο που θελω, να βρω τι ειναι αυτο που θελω. 
Δεν περιμενει αλλωστε καποιος αλλος. 
Κι αν περιμενε θα του εδινα σιγουρα τη σειρα μου. 
Αποφευγω να κοιταξω το παιδι στα ματια, 
δεν θελω να μαθω αν με κοιταει με αγανακτηση ουτε και του κανω ερωτησεις αν και εχω τοσες στο μυαλο μου, 
οχι μονο για τα χοτ-ντογκ και για τις σαλτσες, 
εχω χιλιαδες ερωτησεις. 
Πώς του φαινομαι; 
Του φαινομαι χαρουμενος; 
Κουρασμενος; 
Ειπαν τον κωλο μου πλαδαρο νωριτερα. 
Αυτος που φαινεται γυμνασμενος πολυ, 
τι ασκησεις μου προτεινει για τον κωλο; 
Ποιο λουκανικο ειναι το πιο παχυντικο, πρεπει να παχυνω. 
Πρεπει να κανω εξετασεις αιματος, ξερει καποιο διαγνωστικο κεντρο εδω κοντα; 
Κι εναν υδραυλικο. 
Δεν θα ειναι ομως απο την περιοχη,
δεν θα ξερει. 
Ενα μηχανακι πισω απο την καντινα, υποθετω ειναι δικο του. 
Θα ερχεται καθε βραδυ απο μακρια, αραγε βγαζει αρκετα χρηματα; 
Ερχονται οι φιλοι του να του κανουν παρεα; 
Τα Σαββατα ισως. 
Τις αλλες μερες ομως; 
Σημερα που ειναι Τεταρτη, θα περασει κανεις να τον δει; 
Θα τον ανταμειψω για την καθυστερηση με το ακριβες αντιτιμο σε ψιλα, θα το εκτιμησει.
Κατι παραγγελνω, ξεχναω την ιδια στιγμη τι ακριβως κι ευχομαι να ειναι κατι που τρωω. 
Σε δευτερολεπτα το εχω μπροστα μου, τυλιγμενο σε αλουμινοχαρτο, φαινεται μεγαλο ευτυχως, θα χορτασω. 
Το χωνω στην τσαντα μου, αποχαιρετω το παιδι και αρχιζω να περπατω βιαστικα για να προλαβω να φτασω σπιτι πριν κρυωσει το δειπνο μου. 
Ο ξυλινος παγκος που προσπερασα νωριτερα, διπλα σε εναν καδο στη γειτονια μου, θα ειναι αραγε ακομη εκει; 
Θα ταιριαζε στο σπιτι μου. 
Ολα ταιριαζουν στο σπιτι μου γιατι κανεις δεν τα βλεπει ποτέ. 
Μια ωρα εχει περασει μονο, δεν θα τον εχει μαζεψει κανεις. 
Μακαρι να ειναι ελαφρυς. 
Θα τον βαλω στο μπαλκονι, αλλά οχι, δεν θα χωραει η απλωστρα μετα. 
Η γεφυρα μυριζει κατουρο κατω ακριβως απο τον Προκυνα
Υπογιγαντας του χειμερινου τριγωνου. 
Ουτε δωδεκα ετη φωτος μακρια. 
Σκεφτομαι τι εκανα πριν απο δωδεκα χρονια οταν το φως του Προκυνα που βλεπω αυτην την στιγμη, ξεκινουσε τον δρομο του. 
Ημουν δεκαεννεα. 
Δεκαεννεα και μια μερα. 
Ειχα γιορτασει αραγε την προηγουμενη μερα τα γενεθλια μου; 
Ημουν χαρουμενος; 
Ποσο πολυ ηθελα να φυγω; 
Δωδεκα χρονια για να φτασει το φως του στην γεφυρα, 
δωδεκα χρονια για να φτασω στην ιδια γεφυρα. 
Που μυριζει τοσο ωραια κατουρο. 
Δεν μου αρεσει να κοιταω ψηλα και να χαμογελω, 
θα ειναι τρομακτικο θεαμα για τους περαστικους που δεν κοιτουν ποτέ πανω απο το κεφαλι τους,
κοιτουν εσενα που κοιτας πανω απο το δικο σου, 
δεν τους νοιαζει τι ειναι αυτο που κοιτας.
Ουτε κι εσυ τους νοιαζεις, ουτε και τους ενοχλεις. 
Φιλιουνται, δεν δινουν σημασια στο τρενο που περνα απο κατω τους 
και ουρλιαζει καθως τριβεται πανω στις γραμμες,
σαν εκατο ελεφαντες να τραγουδουν στο γκαραζ ενος πλοιου στην μεση του ωκεανου.
Τον μαζεψαν τον παγκο.
Ενα γερικο σκυλι περπαταει με δυσκολια. Δακρυα.
«Δικη σας ειναι;» ρωταω εναν αντρα που μοιαζει να προχωραει μπροστα της.
«Ναι, δεν εχει πολλη ορεξη για βολτες πια» μου λεει και καπως την φωναζει, προσπαθει να την εμψυχωσει, εκεινη για μερικα βηματα δειχνει να προσπαθει, μετα σταματαει. Ο αντρας στεκεται, δεν επιμενει αλλο. Παιζει με το λουρι που κραταει στο χερι του, το λουρι ειναι ταλαιπωρημενο, φαινεται οτι καποτε ηταν απαραιτητο, τωρα πια οχι.
Περναω απεναντι, κρυβομαι πισω απο ενα φορτηγακι και τους παρατηρω για λιγη ωρα.




23.2.16

ο σκελετός










δεν μπορω να πηδηχτω δυο φορες με τον ιδιο ανθρωπο. Χανεται το ενδιαφερον μου για τους ανθρωπους, 

οχι το ιδιο συντομα σε ολους τους τομεις, για παραδειγμα τους φιλους μου, μου παιρνει καμια φορα χρονια να τους βαρεθω, καποιους αλλους λιγοτερο.


Τους γκομενους μου, τους βαριεμαι μετα απο μερικους μηνες, ομως αυτο δεν σημαινει απαραιτητα οτι παυω να ειμαι ερωτευμενος ή να αγαπω. Αγαπω πολλα πραγματα που βαριεμαι, άλλα τα αγαπω περισσοτερο οταν δεν τα βαριεμαι κι άλλα μπορει να τα αγαπησω περισσοτερο οταν τα βαρεθω. 


Την ερωτικη πραξη την βαριεμαι πιο γρηγορα γιατι πολυ γρηγορα μαθαινεις ποιος ειναι αλλος, το σωμα του σε σχεση με το δικο σου. 

Υπαρχουν πολλα πραγματα να κάνεις, διαφορετικα καθε φορα, αλλά με καθε ανθρωπο, ακομη και με τον πιο συναρπαστικο κι απροβλεπτο, απο την πρωτη στιγμη δημιουργειται μια μοναδικη και πολυ συγκεκριμενη σεξουαλικη ρουτινα, ενας σκελετος που δεν αλλαζει και γυρω απο αυτον τον σκελετο εκτελουνται διαφορες παραλλαγες της ιδιας παντα χορογραφιας των δυο ιδιων σωματων. 

Δεν αναζητω την εκπληξη, δεν αποστρεφομαι την οικειοτητα, το σωμα μου ειναι αυτο που απορριπτει την επαναληψη, ακομη και των πιο απολαυστικων στιγμων.

Το ενδιαφερον μου αντεχει δυο, ισως τρεις επαφες με τον ιδιο ανθρωπο. Μετα παρακμαζει η περιεργεια, οχι για τον αλλον αλλά για το πηδημα με το σωμα του. 


Χτες ομως. Χτες συνεβη κατι καινουριο. Δεν υπηρχε απαραιτητα χημεια ή κατι σπανιοτερο με τον αγνωστο τυπο που ειχα λιγο νωριτερα επιλεξει μεσα απο μια λιστα ανθρωπων που απλως βρισκονταν στην γειτονια, υπηρχε ομως η ιδια ποσοτητα καυλας και στους δυο και την μοιραζαμε πολυ αρμονικα και πολυ παθιασμενα, την ανταλλαζαμε χωρις αμηχανια και την ιδια στιγμη που θαυμαζα το σωμα του κι απολαμβανα τον ιδρωτα του πανω στο στηθος μου και σκεφτομουν οτι αυτον τον ανθρωπο σιγουρα θα τον συναντησω ακομη μια φορα, ισως και δυο ακομη φορες πριν τον βαρεθω, 

την ιδια ακριβως στιγμη, δηλαδη μερικα δευτερολεπτα μετα και ενω εγω ημουν ακριβως στο σημειο εκεινο που θα μπορουσα να συνεχισω για πολλη ωρα ακομη γιατι περνουσα καλα και δεν ηθελα να τελειωσει αυτο, αλλά μπορουσα και να χασω τον ελεγχο ξαφνικα κι αποτομα κι εκρηκτικα,

ετσι οπως ειχα το στομα μου γυρω απο το αυτι του, ετοιμος να το δαγκωσω λιγο, ξαφνικα ηθελα να βρεθω πολυ μακρια απο το αυτι του, δεν ηθελα το στομα μου να βρισκεται καθολου κοντα στο δερμα του, 

ο ιδρωτας του μου φαινοταν σαν μια περιττη κι εντελως ανεπιθυμητη υγρασια στο σωμα μου και στον καναπε μου κι απο το ελαχιστο που ειχα αφεθει ως εκεινη την ωρα, βρισκομουν πλεον σε μια πολυ συνειδητη κατασταση, σαν να ετριβα με συρμα μια κατσαρολα ή να μετακινουσα ενα βαζο μεχρι να του βρω την καταλληλη θεση. 

Δεν μου φαινοταν λιγοτερο ερωτικος, λιγοτερο γοητευτικος, δεν μου μυριζε ξαφνικα ασχημα, δεν με ειχε αγγιξει καπου που να μην μου αρεσε, δεν εχω τετοια σημεια στο σωμα μου, ουτε που να μου αρεσει πολυ να τα αγγιζουν ουτε που να μην θελω καθολου να τα αγγιζουν, το σωμα μου βρισκεται σε μια ουδετερη φαση και το κανω εγω ο,τι θελω. 

Αν θελω να νιωσω ευαισθησια πισω απο το γονατο για παραδειγμα, θα την νιωσω. Αν δεν θελω να την νιωσω, τοτε ειτε αγγιζει καποιος το γονατο μου ειτε χαϊδευει εναν σκυλο στο δρομο δυο τετραγωνα πιο κατω, ειναι το ιδιο. Επομενως για αυτην την ξαφνικη αποστασιοποιηση ευθυνομουν μονο εγω φυσικα.

Προσπαθησα να επιστρεψω στην αμεσως προηγουμενη κατασταση, μερικες φορες οταν πιεζω τον εαυτο μου να ευχαριστηθει κατι δυσαρεστο τα καταφερνω, αλλά ηταν αδυνατο. 

Τον ειχα βαρεθει οπως θα τον βαριομουν κανονικα οταν θα ειχα τελειωσει, ή οταν θα εφευγε ή οταν θα ειχα τελειωσει την δευτερη φορα που θα βρισκομασταν. 
Τον ειχα βαρεθει σαν να ημασταν για χρονια μαζι, να με ειχε πληγωσει μια φορα, να τον ειχα συγχωρησει, να το ειχα ξεπερασει και μετα απο καιρο να συνειδητοποιουσα οτι ειχε πεθανει μεσα μου η αγαπη. 

Μου ειναι πολυ προτιμοτερο να με αγγιζει ενας αγνωστος απο το να με αγγιζει καποιος που καποτε μου αρεσε να με αγγιζει αλλά τον χορτασα. 


Θα προτιμουσα να φιλησω χιλιους αγνωστους χωρις καν να τους βλεπω, να βλεπω πώς ειναι, απο το να φιλησω ξανα καποιο αγορι που εχω φιλησει παλια. 


Ενιωσα φοβερη απογοητευση. Ευχομουν να με πιασει μια κραμπα στο ποδι, κατι αρκετο σαν δικαιολογια για να σταματησουμε ξαφνικα χωρις να χρειαστει να απολογηθω. 


Συνεχισα μια σκεψη που ειχα ξεκινησει πριν ερθει εκεινος στο σπιτι μου, οταν επεστρεφα απο το σουπερ μαρκετ. Σκεφτομουν ποσο αδιαφορη μας ειναι την ημερα η σκια μας στον δρομο, οταν αυτη η σκια ειναι η σκια μας που προκαλει ο ηλιος, δηλαδη εμεις ειμαστε αναμεσα στον ηλιο και την σκια του κεφαλιου μας, 


και την ιδια στιγμη που αισθανομουν ενοχες που σκεφτομουν κατι τετοιο κατα την διαρκεια μιας επιτυχημενης σεξουαλικης συνευρεσης, την ιδια ωρα αποφασιζα οτι ποτέ μια τετοια σκεψη δεν ειναι ακαταλληλη, 
οποιαδηποτε στιγμη, ακομη και την στιγμη μιας ταφης δεν θα ηταν αναρμοστο να συνειδητοποιησει κανείς οτι η σκια του και οχι μονο η σκια του, ολη η ζωη ειναι ο ηλιος, αυτη η μαγικη αποσταση αναμεσα σε εμας και ενα αστερι καθολου ιδιαιτερο κατα άλλα, σε σχεση με άλλα αστερια στο συμπαν 

και σκεφτομουν ποσο σωστος ειναι τελικα και καθολου ρομαντικος ο παραλληλισμος των ανθρωπων που αγαπαμε με τον ηλιο γιατι οι σχεσεις βασιζονται στην ιδανικη αποσταση αναμεσα σε δυο ανθρωπους, λιγο πιο κοντα και θα ημασταν ανυδροι ή θα καιγομασταν, λιγο πιο μακρια και θα ημασταν παγωμενοι κι ανεξερευνητοι.



Και εψαχνα εκεινη την ωρα να βρω εστω ενα σημαντικο πραγμα σε αυτον τον κοσμο που να μην ειναι μικρογραφια του ηλιακου συστηματος, του συμπαντος και φυσικα σκεφτηκα πρωτονια νετρονια ηλεκτρονια και αρχισα να προσπαθω να θυμηθω τα χημικα στοιχεια του περιοδικου πινακα που προσφατα ειχα ξεκινησει να μελετω και τα ελεγα απο μεσα μου με την σειρα κι εφτασα μεχρι το τριακοστο εκτο και χαμογελασα απο ικανοποιηση που ειχα θυμηθει τοσα πολλα και με ρωτησε «Γιατι γελας ομορφε» και του απαντησα «Κατι θυμηθηκα» και του δαγκωσα το αυτι.