14.9.17

ΚΑΠΝΙΖΩ ΥΠΕΥΘΥΝΑ ΜΕΣΑ ΣΕ ΔΑΣΗ


απο πού ηταν αραγε εκεινο το κοριτσι
που φωναζαμε «τσουκ-τσουκ»

σιγουρα ηταν καποιο μερος
απο αυτα που ολοι λενε
«Α, βγαζει τα καλυτερα παιδια»

αλλά δεν θυμαμαι ποιο

καπου βορεια μαλλον

η ζέστη αλλοιωνει τους ανθρωπους

Προκειται για τεραστια γενικευση
αλλά δεν θελω να σκεφτω
παραδειγματα για το αντιστροφο

Θελω να τελειωσω το φαγητο μου
που με περιμενει στην ταβερνα
ησυχο

και ελαφρως καμενο

μα πρεπει πρωτα να σβησει το τσιγαρο, μονο του
αναμεσα στα δαχτυλα μου

και να βρω μια καλη δικαιολογια 
για την συντομη απουσια μου απο το τραπεζι -

φυσικα οι σφηκες ειναι παντα μια πιθανοτητα.



4.9.17

Προσφατες ερευνες δειχνουν



Στις μερες μας υπαρχουν αποδεδειγμενες θεωριες για τα παντα. Μπορεις να εισαι ο,τι θελεις και καποια σημαντικη μελετη θα σε πεισει οτι εισαι σημαντικος. Στις μερες μας ειναι πολυ σημαντικο να νιωθεις σημαντικος.
Κι αν δεν θελεις να εισαι απλως σημαντικος, υπαρχουν αρθρα και θεωριες για να αποδειξουν οτι δεν εισαι μονο σημαντικος. Μπορεις να κανεις τεστ για να δεις ποσο σπουδαιος και μοναδικος εισαι, ολα τα τεστ θα σε πεισουν οτι εισαι πολυ.
Σου αρεσει η μουσικη; Εισαι σπουδαιος και μοναδικος.
Προτιμας το Πασχα απο τα Χριστουγεννα; Εισαι σπουδαιος και μοναδικος.
Κλαις οταν βλεπεις ριαλιτι στην τηλεοραση; Εισαι σπουδαιος και εχεις καρκινο.
Εχεις καρκινο; Φταιει που στην τριτη δημοτικου εκανες λανθασμενη χρηση ενος επιρρηματος.
Εχεις φαγουρα στην κωλοτρυπιδα; Αυτο σιγουρα σημαινει οτι εχεις καρκινο αλλά και οτι εισαι καλυτερος απο τους αλλους.
Το τελευταιο δεν χρειαζεται πολλη σκεψη. Προφανως εισαι καλυτερος. Γιατι εσυ ξερεις πώς ειναι να σε τρωει ο κωλος σου. Οι αλλοι δεν ξερουν. Ξερεις κατι που δεν ξερουν. Εισαι ξεχωριστος, σπουδαιος και μοναδικος και σημαντικος γιατι μονο εσυ ξερεις οτι, οταν το βραδυ τρως καυτερα, το επομενο πρωι σε τρωει ο κωλος σου. Οι αλλοι δεν το ξερουν. Ξερεις οτι με μια συγκεκριμενη αλοιφη, που εχει ενα εμπνευσμενο ονομα, μια συνθετη λεξη που ακουγεται σαν τιτλος ισπανικης αριας αλλα στην ουσια σημαινει ΠΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΠΡΩΚΤΟ, ξερεις οτι με αυτην την λεξη, η φαγουρα περναει.
Ομως η πεινα για κατι επιπονο δεν περναει.
Σου αρεσουν οι κοκκινες στροφιγγες που μοιαζουν με λουλουδια; Εχεις αυτισμο.
Εχεις αυτισμο; Το πενηντα, εξηντα, ενενηντα εννεα τοις εκατο του πληθυσμου εχει αυτισμο, μια μορφη αυτισμου, τουλαχιστουν μια μορφη αυτισμου, εισαι εξωγηινος. Το ψαχνεις.
«Ειμαι εξωγηινος;»
Και αυτη η αναζητηση ριζωνει στον υπολογιστη σου, ριζωνει στον εγκεφαλο σου.
Καθε φορα που γραφεις «ειμαι», ο υπολογιστης σου συμπληρωνει αυτοματα «εξωγηινος».
Καθε φορα που λες «Ειμαι», η φωνη μεσα σου συμπληρωνει «εξωγηινος» και κρατιεσαι να μην το πεις, προσπαθεις να πεις «τριαντα δύο» ή «στην Ομονοια» ή ο,τι ηταν αυτο που ηθελες να πεις, αλλά λες «εξωγηινος» και για πλακα καποιος σε ρωταει «Απο ποιον πλανητη» και δεν εχεις ιδεα, δεν ξερεις απο πού εισαι, δεν ξερεις ποιοι ειναι οι πραγματικοι σου γονεις, δεν ξερεις αν οι γονεις που ξερεις, ξερουν οτι εισαι εξωγηινος, αναρωτιεσαι εαν εσυ μεγαλωνες ενα εξωγηινο παιδι, σε ποια ηλικια θα αποφασιζες να του πεις οτι ειναι εξωγηινος;
Ψαχνεις «σε ποια ηλικια πρεπει να πω στο παιδι μου οτι ειναι εξωγηινο» και υπαρχουν χιλιαδες διαφορετικες αποψεις, μπορεις να συμφωνησεις με οποια σε βολευει, διαβαζεις καπου οτι δεν χρειαζεται να το πεις στο παιδι σου, διαβαζεις οτι εξι στους δεκα εξωγηινους στην Γη, δεν το ξερουν οτι ειναι εξωγηινοι.
Ψαχνεις «πως θα καταλαβω αν ειμαι εξωγηινος»,
ψαχνεις «καταποση σπερματος και διαρροια»,
ψαχνεις «μπελίντα καρλάηλ δισκογραφια»,
ψαχνεις «κινητο σβηνει προβλημα μπαταρια»,
ψαχνεις «αυστρία χαρτης», ανοιγεις τον χαρτη, εκτυπωνεις τον χαρτη στην πισω πλευρα μιας σελιδας με τα αποτελεσματα της προσφατης εξετασης ούρων, τωρα δεν ξερεις σε ποιο συρταρι να βαλεις την σελιδα, στο συρταρι με το βιβλιαριο υγειας ή στο συρταρι με τα αναμνηστικα; Ποιο συρταρι ανοιγεις πιο συχνα; Γιατι χρησιμοποιεις δευτερο προσωπο; Σε ποιον μιλας; Σε ποιον μιλας πιο συχνα; Σε ποιον μιλησες τελευταια φορα;
Γιατι οταν μιλας στον εαυτο σου, του μιλας στα αγγλικα; Τι ησουν στην προηγουμενη σου ζωη;
«Πες μας την αγαπημενη σου λεξη και θα σου πουμε ποιος συμμαθητης σου απο την πρωτη γυμνασιου ειναι λιγοτερο επιτυχημενος απο εσενα σημερα.» Αλμπατρος.



22.8.17

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ






Μεσημερι.

Ξαπλωνουμε στις πετσετες μας. 
Ειμαστε απογοητευμενοι. Επρεπε βεβαια να το περιμεναμε, οτι οι περισσοτεροι απο τους θαμωνες μιας επαρχιακης gay παραλιας, θα περνουσαν τον Δεκαπενταυγουστο καπου αλλού, με τις οικογενειες τους. Τις γυναικες τους και τα παιδια τους. 

Μαζευω μικροσκοπικα κοχυλια και τα χωνω στην τσαντα μου. 
Παντα το κανω αυτο. Και τα αφηνω εκει. Τι θα τα κανω τοσα κοχυλακια; 
Ισως ειναι μια συνηθεια που εχει περισσεψει απο τα παιδικα μου χρονια, τοτε που οργωναμε την παραλια με μια φιλη και τα μαζευαμε με μανία. Ειναι αντανακλαστικο λοιπον, δεν μπορω να εχω τοσα κοχυλια κατω απο τη μυτη μου και να μην τα αρπαζω. 

Ιδρωνω ματαια και ελεγχω καθε λιγο αν εχει μαυρισει επιτελους ο κωλος μου. Συνειδητοποιω πως δεν υπαρχει τιποτα που να μπορεις να φτιαξεις με κοχυλια, που να μην ειναι κακογουστο. Τουλαχιστον εγω δεν εχω δει ποτέ μου κατι ομορφο, φτιαγμενο απο κοχυλια. Και μου φαινεται παραξενο γιατι, απο μονα τους, ειναι τοσο ομορφα. 

Κοιτω τριγυρω. Δυο-τρεις τουριστες, μεγαλοι σε ηλικια, με κρεμασμενα ροζ αρχιδια και φουσκωτες κοιλιτσες, τσαλαβουτουν ησυχοι στα ρηχα. Και πιο πανω, στους κεδρους, η ενοχλητικη παρεα Ελληνων, οι σχολιαστες. Ερχονται εδω πρωτοι, για να προλαβουν την σκια και για να μην χασουν ευκαιρια. Δεν καταλαβαινω τους ανθρωπους που μιλουν στην παραλια. Καθε φορα σερνω με το ζορι τον φιλο μου εδω και δεν του λεω κουβεντα μεχρι να φυγουμε. 

Εχω αρχισει να απολαμβανω λιγο την απουσια πειρασμων και την ηρεμια. Ο ηλιος καιει πολυ μα ο ζεστος ξαφνικος αερας μας στεγνωνει. 

Προσπαθουμε να καταλαβουμε αν ειναι αγορια ή κοριτσια αυτοι που πλησιαζουν. 
Φορουν και οι δυο ροζ μαγιω. Ο ενας εχει λευκόξανθες μπουκλες, ο αλλος ενα κατακοκκινο τσουλουφι, σαν λοφίο. Περπατουν με στυλ πανω στην αμμο, μπαινουν στο νερο και φωτογραφιζονται. 
Ειναι δυο ασχημουλικα αγορια. Ο ξανθος ειναι παχουλος και απο μακρια μου φαινεται λιγο σπυριαρης. Ο φιλος του τον φωναζει «Αντζελα». Αυτος ειναι πολυ ψηλος, πολυ αδυνατος, με πολυ μεγαλη μυτη. «Αντζελα, εδω εχει ψαρακια!»
Ενας κυριος μεσα στο νερο κρατιεται επιδεικτικα για να μην γελασει. Κι εγω θελω να γελασω. Οχι χλευαστικα, αλλά επειδη μου φτιαχνουν την διαθεση. Κρατιεμαι ομως, για να μην προσβληθουν. Αν και προφανως διψουν, τουλαχιστον για τα βλεμματα. 

Στην παρεα πισω στους κεδρους, πλησιαζουν την εκσταση απο το κραξιμο, καθως τα δυο αγορια με τα λαμπερα φουξια μαγιω, φευγουν παλι, για την αλλη πλευρα της παραλιας. Ηρθαν μονο για μια μικρη εμφανιση, να δηλωσουν την παρουσια τους, να μας κανουν χαρουμενους και να συνεχισουν την αποστολή τους καπου αλλου. 

--------------------- 

Βραδυ. 

Καθομαστε στο μπαρ. 
Πινουμε τα νοθευμενα ποτα μας και προσπαθουμε να καταλαβουμε αν ειναι αγορια ή κοριτσια αυτοι που μολις μπηκαν. 
Ειναι τα αγορια της παραλιας. Αυτην τη φορα με καυτα μαυρα σορτσακια, ψηλα τακουνια και περουκες, μαυρη ο ψηλόλιγνος και ξανθια ο μπουλουκος. 
Ο μπουλουκος, ακομη και σαν κοριτσι δεν ειναι πολυ ομορφος. Παρ'ολα αυτα λαμπει εκατο φορες περισσοτερο απο οσο ελαμπε κατω απο τον ηλιο το φωσφοριζέ μαγιω που φορουσε το μεσημερι. 
Και ο κοκκαλιαρης με το κοκκινο λοφιο, ειναι τωρα ενα πανεμορφο κοριτσι με μακριά ποδια, μαλλια μεχρι τους ωμους και τεραστιο χαμογελο. Δεν φωτογραφιζονται, δεν ποζαρουν, δεν τσιριζουν, δεν κανουν πασαρελα. Απλώς καθονται στο μπαρ και παραγγελνουν ποτό. 

Κι ετσι οπως βλεπω το ανωριμο, ασχημουλικο αγορι που το μεσημερι ζητιάνευε με αγαρμπο τροπο λιγη προσοχη, να κερδιζει αποψε αυτην την προσοχη σχεδον αβίαστα, με ενα τιναγμα των μαλλιων, με το βλεμμα, με το γελιο, νιωθω μια σπανια συμπαθεια για τα δυο μοναδικα κοριτσια μεσα στο gay μπαρ. 
Η συμπεριφορα τους νωριτερα στην παραλια, αν και κακογουστη, ηταν απλως θεατρο. Μια ακροτητα, χωρις ιχνος ψευτιας. Ενω τωρα στο μπαρ, δεν δινουν καποια παρασταση, κι ας ειναι βαμμενες υπερβολικα. 
Σκεφτομαι πως ισως κι εγω να ειμαι κατι αλλο κι απλως να μην το εχω παρει χαμπαρι, κοιμισμενος σε ενα σωμα που μου ισως να μου δοθηκε κατα λαθος και απλως δεν με εχει ενοχλησει ως τωρα. 
Αναρωτιεμαι μηπως ειμαι κοριτσι, μηπως ειμαι λιονταρι, μηπως ειμαι αχινος ή κοχυλι. 

Παραγγελνω τριτο ποτο. 
Αρχιζω να φανταζομαι τον εαυτο μου ντυμενο κοχυλι, να απαιτω απο τους φιλους μου, τους γονεις μου, να μου συμπεριφερονται σαν να ειμαι κοχυλι. 
Να με φωναζουν Κοχυλι κι οχι Ιακωβο. 
Να ξαπλωνω στην παραλια δίπλα στα άλλα κοχυλια και γυμνοι αντρες να με κοροϊδευουν και καποιον Δεκαπενταυγουστο μετα απο χρονια, που θα εχω πια γινει κοχυλι αληθινο, με εγχειρηση ή με τροπο μαγικο, να με βρισκει ενα αγορι, να με αρπαζει και να με βαζει στην τσαντα του. 
Και να με αγγιζει τυχαια, καθε φορα που ψαχνει τον αναπτηρα του.











22.4.17

ΠΛΑΦ




μια τριχωτη σφαιρα βγαινει απο τον κωλο μου
και με ενα γενναιο ΠΛΑΦ
εξαφανιζεται

Την ελεγαν, ειχε καποιο ονομα που τελειωνει
με ωμεγα
οχι ομως «Βλέπω»
αλλά μπορει και «Βλέπω»

Ισως, απο τον κροταφικο λοβο,
να εφτασε με καποιον τροπο στο εντερο μου, στο σημειο που στενευει πολυ
και να περιμενε εκει, ολη την νυχτα

να ξυπνησω

και να την χεσω

Με ενα γενναιο ΠΛΑΦ
πιτσιλισε τα αρχιδια μου
και βυθιστηκε για να ζησει
για λιγο ελευθερη
κατω απο τις πολυκατοικιες της Κυψελης






10.2.17

Η τσίκνα




Eιχα μια κυστη, ψηλα στο ποδι, στον μηρο, διπλα στο πουλι μου.

Την ειχα πάρα πολλα χρονια, μια τριχα ειχε γυρισει προς τα μεσα, πιθανοτατα την πρωτη φορα που ξυρισα το πουλι μου και την περιοχη γυρω απο αυτο, για αυτο λεω πάρα πολλα χρονια, δηλαδη απο την εφηβεια μου ισως, γιατι απο τοτε εχω να ξυρισω το πουλι μου, με εξαιρεση μια δυο τρεις πεντε φορες που το εκανα ξανα, μεγαλυτερος, απο βαρεμαρα, οπως κανω και με τα μαλλια μου, που τα ξυριζω ή τα μακραινω λιγο οταν εχω βαρεθει να βλεπω το ιδιο ακριβως προσωπο στον καθρεφτη, ετσι ξυριζω το πουλι μου οταν εχω βαρεθει να το βλεπω.

Αυτη η κυστη με τα χρονια και σιγουρα απο την προσπαθεια μου να την ανοιξω τις πρωτες μερες της δημιουργιας της, ειχε σκληρυνει, εμοιαζε να ειχε μεσα της, οχι λιγο πυον και μια τριχα που μεγαλωνε μονη της κρυφα απο τις αλλες, αλλά ενα δοντι, ετσι το ελεγα, το Δοντι.

Λιγοι ηταν εκεινοι που δεν ρωτουσαν «Τι ειναι αυτο» οταν το εβλεπαν. Και παντα ελεγα «Το εχω χρονια δεν ειναι τιποτα». Δεν ηταν αηδιαστικο στην οψη, μόνο αν το ψηλαφιζες, αλλά δεν θυμαμαι να το ειχε ψηλαφισει ποτέ κανεις εκτος απο εμενα. Κατα τα άλλα εμοιαζε απλως με μια μικροσκοπικη σφαιρα ελαφρως βυθισμενη στο δερμα μου και σκεπασμενη απο αλλο, πολυ μαλακο δερμα.

Την ειχα συνηθισει την κυστη και μόνο οταν εβλεπα το κεφαλι καποιου πολυ κοντα σε αυτην θυμομουν την υπαρξη της και εναν δερματολογο που μου ειχε πει παλια οτι χρειαζοταν νυστερι, δεν ηταν απλη δουλεια και οτι και να την αφαιρουσα, παλι θα εμενε καποιο σημαδι.

Κι ετσι, και αφου κανεις ποτέ δεν αηδιασε φανερα στην οψη της, την αφηνα εκει, μια μονιμη ατελεια, οπως τα παραξενα μικρα δαχτυλα των ποδιων μου, το στενο σε σχεση με τον λαιμο μου κεφαλι μου, το μικροτερο απο το δεξι, αριστερο ματι μου κι αλλες πολλες ατελειες, σιγουρα.

Την περασμενη εβδομαδα ειχα ραντεβου σε εναν αφροδισιολογο, για να ελεγξει το πουλι μου για κονδυλωματα, μετα απο ενα σχολιο που ειχε κανει καποιος την ωρα που με τσιμπουκωνε, οτι ειχε δει κατι που θα επρεπε ισως να κοιταξω.

Ο γιατρος ειπε οτι δεν ηταν κατι τετοιο αλλά αν ηθελα μπορουσε να το αφαιρεσει για αισθητικους λογους και φυσικα του ειπα «Ενταξει», δεν μπορουσα να λυπηθω τα ογδοντα ευρω που θα κοστιζε η διαδικασια, δεν ηθελα να εχω στο μελλον την ιδια παρεξηγηση.

Κι ετσι οπως ημουν ξαπλωμενος στην διαστημικη ιατρικη σεζ-λονγκ, με ενα φως να πεφτει ακριβως πανω στο πουλι μου και τον γιατρο να το πιανει και να μουρμουραει χωρις να καταλαβαινω τι λεει αλλά φανταζομουν οτι ελεγε «Αυτο ειναι ελια... Αυτο εδω ειναι που θα βγαλουμε... Εχεις τελειο πουλι, να το γλειψω λιγο; Αυτο ειναι μελανωμα, θα πεθανεις απο μελανωμα στο αρχιδι» παρατηρησα ξαφνικα το Δοντι που βρισκοταν λιγο πιο εκει και ειπα στον γιατρο να το κοιταξει.

Αρχισε να το πασπατευει. Ενθουσιαστηκε. Μου εκανε μια αναισθητικη ενεση τοπικα, επιασε το μηχανηματακι του, εκαψε το πολυ μαλακο δερμα και με μια λεπτη τσιμπιδα επιασε και τραβηξε απο μεσα το Δοντι. Το εβλεπα για πρωτη φορα, ημουν συγκινημενος, περιμενα να το καθαρισει, να το τυλιξει σε μια κουβερτουλα και να το φερει στην αγκαλια μου.

Δεν ηταν ετοιμο να βγει. Την ωρα λοιπον που ο γιατρος εκαιγε εκστασιασμενος και με επιμονή την ριζα του για να το αφαιρεσει για παντα απο την φωλια του, σκεφτηκα πόσα ειχαμε περασει μαζι, το Δοντι κι εγω, πόσο συμβολιζε βασικα πραγματα της προσωπικοτητας μου, την τεμπελια και την ασυδοσια, πώς με συνεδεε με μια εποχη που δεν θυμαμαι, μια στιγμη που δεν θυμαμαι, ποσες πιπες ειχα κανει, ποσες μου ειχαν κανει και τελικα δεν ειχα ποτέ μου κονδυλωματα ενω θα μπορουσα να ειχα βγαλει μεχρι και στα αυτια κι οταν με ρωτησε αν ηθελα να το κρατησω, ημουν ετοιμος να πω «Ναι», θα το εβαζα στο πορτοφολι μου μαζι με ενα σπασμενο, κανονικο δοντι που εχω και την φωτογραφια της Μαλού τοτε που ηταν κουταβι και που ολο λεω να την βγαλω απο το πορτοφολι γιατι αν το χασω με την φωτογραφια μεσα, θα κλαιω για παντα.

Το Δοντι απο κοντα δεν εμοιαζε καθολου με δοντι τελικα, αλλά με μια σκληρη λευκη μασημενη τσιχλα, σαν αυτες που αφηνουμε πανω στο πακετο των τσιγαρων γιατι εχουμε σκοπο να τις μασησουμε παλι αργοτερα, αλλά αυτες στο μεταξυ πετρωνουν και τοτε τις πεταμε. Ομως αυτο αν το κρατουσα δεν θα το πετουσα ποτέ. Και γι' αυτο ειπα του γιατρου «Οχι, πεταχτε το».

Στην θεση του Δοντιου τωρα πια υπηρχε μια μεγαλη τρυπα. Την καλυψε με μια τεραστια ποσοτητα αντιβιοτικης κρεμας και επιασε παλι το μηχανημα για να καψει το σκατουλακι που ειχα στο πουλι μου, αυτο για το οποιο βρισκομουν εκει. Το ιατρειο μυριζε σαν να ειχε παρει φωτια μια κοτσιδα. Εκεινη τη στιγμη καταλαβα τον λογο υπαρξης της ηλεκτρικης σκουπας που ειχε ακουμπησει διπλα μου η βοηθος νωριτερα, για τις αναθυμιασεις ηταν και οχι για να μου ρουφηξει τα αρχιδια στο πλαισιο καποιας ολιστικης μεθοδου.

Παρ'ολα αυτα δεν την χρησιμοποιησαμε την σκουπα, υποθετω η τσικνα του πουτσου μου δεν ηταν αρκετα εντονη για τα εμπειρα ρουθουνια του γιατρου, αναρωτηθηκα σε ποιες περιπτωσεις ηταν απαραιτητη η σκουπα, φανταστηκα αρχιδια και κωλους καλυμμενα απο κονδυλωματα και αιμορροΐδες, τον γιατρο να τα καιει με μανια και την βοηθο να κραταει στον αερα τον σωληνα της ηλεκτρικης και να ρουφαει τις αναθυμιασεις, ποιος ομως ανθρωπος θα αφηνε τα συμπτωματα να φτασουν σε αυτο το σημειο, ποιος ανθρωπος ξυπναει ενα πρωι με μια κουραδιτσα πανω στο πουλι του και λεει «Δεν ειναι τιποτα» και αυτη η κουραδιτσα γινεται δυο, τρεις, πεντε κουραδιτσες και εκεινος λεει «Δεν ειναι τιποτα» και οι κουραδιτσες απλωνονται κι αλλο κι αλλο...

Εγω αν μια μερα δω κατι επανω μου, ή αισθανθω κατι μεσα μου καινουριο, που δεν υπηρχε μεχρι εκεινη τη στιγμη, τρεχω κατευθειαν στον γιατρο γιατι δεν χρειαζεται κατι να ειναι σοβαρο για να ειναι κατι, δηλαδη, γιατι απο σημερα να εχω αυτο το σπυρι στον κροταφο για ολη μου τη ζωη, αφου ολη μου τη ζωη δεν το ειχα.

Με εξαιρεση το Δοντι.

Το Δοντι δεν ξερω πώς προλαβα να το συνηθισω και δεν το ειχα ενοχλησει τοσα χρονια. Ημουν πολυ μικρος. Ουτε κι εκεινο με ειχε ενοχλησει ποτέ, δεν μου ρουφουσε το αιμα, δεν μεταδιδοταν, δεν εξαπλωνοταν, δεν καρδιοχτυπουσε, δεν σαπιζε και ο μόνος λογος που το ξεφορτωθηκα ηταν γιατι το ειδα, τυχαια, ετσι οπως καθομουν κι αφου καποιος κρατουσε ενα μηχανημα που θα μπορουσε να το εξολοθρευσει, ειπα «Γιατι οχι» και δεν μπορω να σκεφτω μια συνθηκη στην οποια δεν θα ελεγα «Γιατι οχι», μεχρι και το φεγγαρι, αν εκει που το αγαπουσα και εκει που το χαζευα, με ρωτουσε καποιος αν θα ηθελα να το πυροβολησει και να πεθανει, θα ελεγα «Γιατι οχι» αδιαφορωντας για ολες τις συνεπειες περαν αυτης της αιωνιας μοναξιας μαλλον επειδη γι' αυτην ακριβως ειναι που θα ελεγα «Γιατι οχι».

Το ιδιο βραδυ, την ωρα που απλωνα την αντιβιοτικη κρεμα στην τρυπα καθισμενος στον καναπε μου, μου ηρθε μηνυμα απο καποια ιστοσελιδα αστρονομιας, οτι την ερχομενη Παρασκευη θα ειχαμε πανσεληνο, θα γινοταν ολικη εκλειψη Σεληνης και ταυτοχρονα ενας κομητης θα ηταν ορατος με γυμνο ματι. Γελασα με την εκφραση «γυμνο ματι». Φανταστηκα τα ματια μου γυμνα σε μια παραλια, νυχτα, κατακαλοκαιρο, ξαπλωμενα στις πετσετες τους, δυο τεραστια ματια με δυο μικρα χερια το καθενα και δυο ποδια, και με μικρα ζεστα πουτσακια να κοιτανε τον σκοτεινο ουρανο και να μετρουν μετεωριτες ευτυχισμενα.






7.12.16

το πηγαδι







ενα πηγαδι,
πνιγμενα αγορια
        
           |

κρυβω πραγματα εκει
οταν πλενομαι
           
           |

σφραγιζω 
με κατακλυσμους
την απελπισια


και κοβω τα νυχια μου,
οπως κοβω την αγαπη, με τα δοντια



           _




29.11.16

πικ πικ






Ο ουρανος 
εχει μεγαλη σημασια τα απογευματα

τωρα που οι φιλοι σου
ειναι ολοι ελαφια, 
γάιδαροι
και καμηλοπαρδάλεις. 

Μαλωνεις τα λουλουδια,
τα βαζεις σε ταξη
μεσα στα ματια σου,
αποκοιμιεσαι
στο χνουδωτο σου υποβρυχιο



και οι γροθιες σου
γινονται μικρα, ζεστα συννεφα

μιας θαυμασιας μερας


















12.11.16

τα φυλλα ποτέ





σπανιως πεφτει 

η σκια των φυλλων στο προσωπο 





και τα φυλλα ποτέ.

γιατι τα δεντρα ειναι εκει 
που ειμαι ακομη παραλιγο ξενος ,μιλω 
μια γλωσσα που δεν εχει
τις λεξεις υετός και κρεβάτι
ή διψω για την οσμη σου

















1.8.16

ΠΡΟΒΛΗΜΑ






περπατω 
εχοντας στην μια πλευρα του κεφαλιου μου
ενα κλαδι
και στην αλλη ενα πουλι

ωσπου ερχεται και καθεται στον ωμο μου
μια μικροσκοπικη αραχνη
και πεφτω

μπροστα

ενω θα επρεπε να πεσω στο πλάι

αυτο λεει η επιστημη

η επιστημη λεει πως
οταν μια μικροσκοπικη αραχνη
προσγειωνεται στον δεξι ωμο
ανθρωπων οι οποιοι περπατουν
με ενα κλαδι κοντα στο αριστερο ημισφαιριο
του εγκεφαλου
και με ενα πουλι πανω απο το δεξι

τοτε πεφτουν στο πλάι

μα δεν μας λεει ποιο πλάι

αν ημουν δεκα ετων αυτο θα λεγοταν Προβλημα
θα ηταν ισως πιο συμπυκνωμενη η περιγραφη του,
πιο αριθμητικη
και θα υπηρχε σιγουρα μια λυση

ομως δεν ειμαι δεκα ετων 

και πεφτω μπροστα οταν πεφτω.

Οταν αντι για προσωπο
θα εχω ενα πεδίο
με κοκκινες μονοκονδυλιες
και βαθουλωματα

κι οταν θα εχουν εξαφανιστει 
τα εντομα
οι αραχνες 
τα πουλια
εξαιτιας μιας ευχης που εκανα παλια

θα φαω το κατακαθι αυτης της ερημιας 
και θα πεθανω  

οχι απο αυτο, απο κατι αλλο.